Amorgos Amorgos Amorgos Amorgos Amorgos
EN | GR
ΑΡΧΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ SITEMAP
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ Ντοπιολαλιά
Ντοπιολαλιά

Λέξεις που (δεν) χάνονται από την Αμοργό

Από αρθρο που αναρτήθηκε από τον Νίκο Σαραντάκο, sarant στις 10 Απριλίου, 2012
στο blog του sarantacos.wordpress.com και είναι βασισμένο σε ένα τηλεμήνυμα που του έστειλε φίλος από την Αμοργό, (καταγόμενος  από την Αρκεσίνη). Παρουσιάζει λήμματα του βιβλίου που σχολίασε ο φίλος, σε αλφαβητική σειρά. Σε αγκύλες βάζει τη βασική σημασία κάποιων λέξεων και σε παρένθεση στο τέλος έχει κάποια δικά του σχόλια.

αμοργιανές λέξεις:
Αγκλιά [δοχείο για μετάγγιση υγρού]: Μόνο αγκλούπι (και αγκλούπα) από φλασκιά. Σε  δίστιχο που πρέπει να είναι ενταγμένο σε παραμύθι που έχει  ξεχαστεί υπάρχει το παράπονο αρχοντοπούλας:
Να  ’μουν του βοσκού ραβδί, ν’ αντιλάλου στο μαντρί,
να ’πινα με την αγκλούπα κι όχι με την ασημένια κούπα.
Βαλμάς [βοσκός μεγάλων ζώων / το πουλί γκιόνης]: Βαρμάς, τοποθεσία  και ρυάκας. Παροιμία: Δε θα σε ξεπλύνει ούτε του Βαρμά το ρέμα (το χειμώνα σε περίπτωση πολλής βροχής μεταβάλλεται σε ορμητικό χείμαρρο), για  μεγάλη αδικία  που δε συγχωριέται με τίποτε.
Βαρταλαμίδι [συρταράκι σε έπιπλο]: βαρθ(τ)αλαμίδι  και παρταλαμίδι και  μαρταλαμίδι.
Βεδούρα [δοχείο]: βεδούρι, μόνο πήλινο για αποθήκευση οσπρίων ή καβουρμά.
Βεντέμα [συγκομιδή]: και στην Αμοργό.
Βοδώνω: βγοδώνω: κάνω γρήγορα.
Γάρμπος: χρησιμοποιείται πολύ: για να κατασκευαστεί το άλετρο χρειάζονταν κατάλληλα ξύλα, με τη λέβα τους και το γάρμπο τους.
Γεβεντίζω: γιβεντίζω και η παροιμία: Η σκρόφα το γιβέντισμα για πανηύρι τόχει. Σκρόφα με μεταφορική έννοια: ανήθικη γυναίκα.
Γεντέκι: μύκητας ξύλου (δεν ξέρω αν το λεξικό της Ακαδημίας έχει αυτή τη σημασία): τα κουτσούρια που χρησιμοποιούσαν  στα καμίνια για την παρασκευή ξυλοκάρβουνων δεν έπρεπε να περιέχουν γεντέκι, γιατί δεν έσβηναν. (Η λέξη έχει πάμπολλες σημασίες, κάπου είκοσι στο λεξικό της Ακαδημίας, το ΙΛΝΕ, μεταξύ άλλων: σκοινί που σέρνουν ζώα, υποζύγιο, το δοχείο με ζεστό νερό του καφετζή’ τη σημασία του μύκητα δεν την έχει το ΙΛΝΕ, έχει όμως τη μεταφορική σημασία του παράσιτου (“γεντέκι σ’ έχω εδώ μέσα; ) που δεν είναι και τόσο μακρινή από την αμοργιανή).
Γκρίφι: [γάντζος / αιχμηρή προεξοχή βράχου] αγγ(κ)ρίφι.  Με αυτό,  αφού βέβαια το δέναμε μ’ ένα σκοινί, βγάζαμε τις σίχλες, όταν πήγαιναν  μέσα στο πηγάδι ή σε γιστέρνες.  Και με τη γνωστή σημασία: Η αλεπού, σε μύθο ζώων, όταν την κυνηγούσε ο σκύλος, πηδούσε πάνω σε αγκρίφια, σε αστοιβές κ.λπ. (Σίχλες πρέπει να είναι οι κουβάδες, η σίχλα -εγώ ήξερα ο σίκλος. Γιστέρνα είναι η στέρνα, μια λέξη που αξίζει χωριστό σημείωμα).
Δερμόνι [είδος κόσκινου]: δριμόνι, δριμόνισμα, δριμονιώ και  δριμονίζω.  Σε παλιά αμοργιανά κάλαντα  η ευχή, μεταξύ άλλων,  για τον αφέντη ήταν:
και πάλι ξαναπρέπει σου της Πόλης τ’ αργαστήρια
να δριμονίζεις τα φλουριά, να κοσκινίζεις τ’ άσπρα.
Ζάβαλης: και στην Αμοργό. Υπάρχει και ως κλητικό  ζάβαλη με περίπου όμοια σημασία με αυτή που γράφεται.
Ζαμπούνης [άρρωστος]: ζαμπουνεμένος
Καμπούνι: το τρυφερό  κατακόρυφο στέλεχος πόας [Στο βιβλίο υπάρχει το καμπούνι των πλοίων, το πρόστεγο]
Καράβολας: ο  καράβολας, οι καραβόλοι.
Καραντί: Στην Αμοργό και το ρ. καραντιάζω για τη θάλασσα βέβαια.
Καρλαύτης, κλιναύτης: στην Αμοργό  κλιντάφτικο κατσίκι: με μεγάλα  κρεμαστά αφτιά.
Καρούτα: καρούτθα  η  ξύλινη κάσα στην οποία έσβηναν τη σκόνη του ασβέστη.
Κάτι: χώρισμα.  «Το ρειο έχει δυο κάτια». (Αγνοώ τι είναι το ρειο, που έχει δυο κάτια!)
Κατσιφάρα [ομίχλη]: και στην Αμοργό’ στα κυπριακά: κατσηφάριν και κατσαφάριν.
Κομπάσο: ο μαραγκός του χωριού μου που ήταν γείτονας και πήγαινα, όταν ήμουνα παιδί, στο μαραγκούδικό του μου  έλεγε  «φέρε το κουμπάσο». Δεν την έχω ακούσει από άλλον.
Λαντουρώ: και στην Αμοργό, καταβρέχω.
Μαϊτζέβελος [βολικός, ευκολομεταχείριστος]: μαϊζούβελος, κυρίως για εργαλεία.
Μασάτι: ρώτησα το χασάπη μου και μου έδειξε το εργαλείο. Αν και Συριανός δεν ήξερε το τραγούδι του Μάρκου. Μου ανάφερε  το λαδάκονο που χρησιμοποιούσε και ο πατέρας μου (αγρότης ήταν, όλα τα είχε), για ν’ ακονιεί τα μαχαίρια του.
Μπακράτσι:  μπρακάτσι, για νερό, περίπου η κανάτα.
Νάμι:  και στην Αμοργό  με  τη  σημασία της  καλής φήμης, του ονομαστού.
Ντάμι [αγροτικός οικίσκος]: και στην Αμοργό
Ντηρούμαι [διστάζω]: ντηριούμαι
Πλίκος [φάκελος]: μπλίκος, οι παλιοί το λένε ακόμη.
Πολήμι: και στην Αμοργό.
Πορίχια: και βέβαια στην Αμοργό. Νοστιμότατα! Ξεκίνησαν ήδη, αν και έχει να βρέξει πολύ καιρό.
Πομοντόρι: κουμουντούρι, η  μικρούτσικη  ωοειδής ντομάτα.
Πουργός [βοηθός χτίστη]:  στην Αμοργό  μόνο  πουργεύ(γ)ω.
Πράγκα   ο Πάπυρος  διακρίνει πράγκα: πραγκαρόλι (:αλιευτικό όργανο που χρησιμοποιείται στο ψάρεμα των καλαμαριών)  και μπράγκα: σιδερένιο αγκιστροειδές όργανο με το οποίο αλιεύονται τα διάφορα θαλασσινά του βυθού. Τα ετυμολογεί < ιταλ. branca: γαμψό νύχι. Στην Αμοργό μόνο  πραγκαρόλα, πραγκαρολοώ  για χταπόδια, όχι για καλαμάρια. Χιώτης ψαράς που ρωτήθηκε  αγνοούσε τη λέξη πράγκα. Μου είπε όμως τις λέξεις πραγκό και πρακαρόλα, διαφορετικά αλιευτικά σύνεργα για χταπόδια.  Με το πραγκό που ήταν τεσσαροχάλι (αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε. Επ’ ευκαιρία: οχτωχάλι ή οχταχώλι το χταπόδι σε αμοργιανό στιχούργημα που λέγεται  (λεγόταν) στο αλώνι την ώρα μέτρησης του καρπού) ανέβαζαν και τον κύρτο από το βυθό ή κάτι άλλο που τους είχε πέσει στη θάλασσα.  Μοιάζει, απ’ ό τι κατάλαβα, με το αμοργιανό αγκρίφι. Στη νουβέλα του Παπαδιαμάντη (της εταιρείας ελληνικών εκδόσεων)  διαβάζω πράγγες, στο λεξιλόγιο πράγκα: σύνεργο ψαρικής για χταπόδια. Πάντως στον Παπαδιαμάντη είναι ολοφάνερο πως η πράγγ(κ)α δεν έχει τη σημασία που οργάνου με το οποίο βγάζουν τους αχινιούς. Στην Αμοργό   σχίζουμε την άκρη καλαμιού σταυροειδώς, τοποθετούμε  σταυρωτά δυο κυλιντρικά ξυλαράκια στις σχισμές, που διατηρούν το άνοιγμα στο μέγεθος του αχινιού, τα δένουμε  και με αυτό το σύνεργο από τη βάρκα βγάζουμε τους αχινιούς. Δεν έχουμε ιδιαίτερη ονομασία πάρε το καλάμι για τους αχινιούς, λέμε. Ο Χιώτης μου είπε πως το καλάμι αυτό το λένε αχινολόγο. Ο θείος μου που ήταν γύφτος (σιδηρουργός) είχε φτιάξει σιδερένια φούχτα για τους αχινιούς, τέτοια που θα ήταν, νομίζω, η πράγκα. Και αυτό ήταν ανομάτιστο.
(Το τεσσαροχάλι είναι γάντζος ή άγκυρα με τέσσερις βραχίονες).
Ρέζιγος [επισφαλής]:  ρέζιο (τρισύλλαβο), κυρίως το ουδέτερο.
Σκαπετίζω:  μόνο σκαπέτης: εργάτης που σκάβει ό,τι δεν μπορεί το αλέτρι, άκριες, καντούνια, αγουράδες.
Σοπάκι: και στην Αμοργό, μόνο ο βαρύς ξυλοδαρμός.
Τζαβέτα [μεγάλο μεταλλικό καρφί]: ζαβέτθα.
Τράφος: ο τράφος: η ξερολιθιά.
Τσιέρα [πρόσωπο]: τσέρα, είναι τσεριασμενος με αρνητική σημασία: «μόλις του τόπα, κατέβασε μια τσέρα», ξίνισε, κατέβασε  μούτρα   και «ο καιρός είναι τσεριασμένος» σκοτεινός, μουντός με μαύρα σύννεφα.Ψακή, ψακώνω, ψάκωμα [δηλητήριο]: πολύ γνωστά στην Αμοργό και ψακολοώ.  «Πήε να ψακολοήσει στο μπροστανικό».
Παρατήρησα ότι βορδώνι είναι σε πολλά μέρη το μουλάρι, και βορδωνάρης ή βουρδουνάρης ο μουλαράς και, στα μοναστήρια, ο καλόγερος με ειδικότητα ημιονηγού, ή, στις μέρες μας, οδηγού αυτοκινήτου. Μου απάντησε ο φίλος:
Βορδώνι στην Αμοργό είναι ο αμνούχιστος γάιδαρος. Στον Κριαρά βρίσκω βορδώνι(ν):  ημίονος αρσενικός, μουλάρι. Δίνεται  εκεί το παράθεμα “βορδώνια είκοσι και μουλάρια δέκα”. Πάντως το θέμα δεν είναι το ασερνικό γαϊδούρι, αλλά το αμνούχιστο.